ἔμπρῳρος

ἔμπρῳρος, ον,
A depressed towards the prow,

ἔ. τὰ σκάφη ποιεῖν Plb. 16.4.12

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμπρωρος — η, ο (Α ἔμπρωρος, ον) 1. (για πλοίο) αυτός που γέρνει προς την πρώρα, επειδή το κέντρο βάρους του βρίσκεται προς το μέρος της 2. (για ιστό) αυτός που γέρνει προς την πρώρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.